WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
punch [sth] in,
punch in [sth]
vtr + adv
(crush by hitting with fist)γροθοκοπώ, γρονθοκοπώ ρ μ
  δίνω μπουνιά ρ έκφρ
  χτυπάω ρ μ
 If you don't shut up, I'm going to punch your face in.
punch [sb] in [sth] vtr + prep (hit on specified body part)χτυπάω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Tom punched Pete in the stomach.
punch in,
clock in (US),
clock on (UK)
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
(activate time card at job)χτυπάω κάρτα ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη)βαράω κάρτα ρ έκφρ
punch [sth] in,
punch in [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(use keys to enter data)καταχωρώ ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση punch in στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'punch in'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: taste | wing

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης