qualification

Listen:
 [ˌkwɒlɪfɪˈkeɪʃən]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
qualification nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (certificate, diploma)τίτλος ουσ αρσ
  πιστοποίηση ουσ θηλ
 Robert has a TEFL qualification, meaning he can teach English as a foreign language.
 Ο Ρόμπερτ έχει την πιστοποίηση TEFL, που σημαίνει ότι μπορεί να διδάξει την Αγγλική ως ξένη γλώσσα.
qualification nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (job skills)προσόν ουσ ουδ
  ικανότητα, δεξιότητα ουσ θηλ
 The only qualification you need for this job is to be strong enough to lift heavy boxes.
 Η μόνη ικανότητα (or: δεξιότητα) που χρειάζεσαι γι' αυτή τη δουλειά είναι να είσαι αρκετά δυνατός για να σηκώνεις βαριές κούτες.
qualification nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (limitation of statement)προϋπόθεση ουσ θηλ
  όρος ουσ αρσ
  (επίσημο)επιφύλαξη ουσ θηλ
 I would agree with you, but with one qualification.
 Θα συμφωνήσω μαζί σου, αλλά με μία προϋπόθεση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
key qualification nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (essential academic certification)βασικό προσόν επίθ + ουσ ουδ
operational qualification nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (satisfactory level of functioning)εύρυθμη λειτουργία επίθ + ουσ θηλ
  ικανοποιητική λειτουργία επίθ + ουσ θηλ
qualification framework nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (system of educational qualifications)πλαίσιο επαγγελματικών προσόντων φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'qualification' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the qualification requirements, during the qualification process, sports: [eliminated in, passed] the qualification rounds, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση qualification στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'qualification'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: across | drill

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης