rage

Listen:
 [ˈreɪdʒ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anger)οργή ουσ θηλ
  (πιο ήπιο)θυμός ουσ αρσ
 Amy felt rage when she thought of how her ex had cheated her out of her savings.
 Η Έιμι ένιωσε οργή όταν της ήρθε στον νου πως ο πρώην της έκλεψε τις οικονομίες της.
rage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (instance of anger) (μεταφορικά)έκρηξη οργής, έκρηξη θυμού φρ ως ουσ θηλ
  ξέσπασμα ουσ ουδ
 Ned's sudden rage took his friends by surprise, especially as he was usually so calm.
 Το ξαφνικό ξέσπασμα του Νεντ εξέπληξε τους φίλους του, ιδίως γιατί πάντα ήταν πολύ ήρεμος.
rage viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (act with rage) (λόγιος)ωρύομαι ρ αμ
  ξεσπώ ρ αμ
  (μεταφορικά)εκρήγνυμαι ρ αμ
 Janice listened calmly as her husband raged.
 Η Τζάνις άκουγε με ηρεμία τον άντρα της που ωρυόταν.
rage viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (move violently)λυσσομανώ ρ αμ
 It was a wild and stormy night and the wind raged about the house.
 Ήταν μια άγρια νύχτα με καταιγίδα και ο άνεμος λυσσομανούσε έξω από το σπίτι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in style, popular) (μεταφορικά)μανία, τρέλα ουσ θηλ
  τάση, μόδα ουσ θηλ
 Miniskirts were the rage in the 1960s.
rage viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (disease: spread fast) (μεταφορικά)οργιάζω, σαρώνω ρ αμ
  (μεταφορικά)σαρώνω, μαστίζω ρ μ
  εξαπλώνομαι ρ αμ
 The epidemic raged across Europe.
rage against [sth/sb] vi + prep (be angry about) (με κτ, για κτ, από κτ)οργίζομαι, εξοργίζομαι ρ αμ
 The villagers raged against the proposed new housing development.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
air rage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (outburst by plane passenger)ψυχολογική έκρηξη επιβάτη αεροπλάνου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
all the rage exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (very popular, in fashion)δημοφιλής επίθ
  (καθομιλουμένη)μοδάτος επίθ
 Polka dots are all the rage this season.
blind rage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extreme anger)τυφλή οργή επίθ + ουσ θηλ
  τυφλό μίσος επίθ + ουσ ουδ
 The man lunged at his enemies in a blind rage.
fit of rage,
fit of anger,
fit of pique
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sudden loss of temper)κρίση, έκρηξη θυμού ουσ θηλ
  ξέσπασμα ουσ ουδ
 My boss flew into a fit of rage when he didn't get the report on time. He suffered a head injury which left him prone to fits of anger.
in a rage exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (furious)εν εξάλλω έκφρ
  σε έξαλλη κατάσταση έκφρ
 Jeff left his boss's office in a rage, slamming the door behind him.
road rage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (aggression while driving)επιθετική οδήγηση ουσ θηλ
 Most of us have experienced road rage at one time or another.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: in a (sudden) fit of rage, an [outburst, attack] of rage, a case of road rage, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης