ram

Listen:
 'ram', 'RAM': [ˈræm]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ram nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male sheep)κριάρι ουσ ουδ
  (σπάνιο)κριός ουσ αρσ
 There were several ewes and one ram in the field.
 Στο χωράφι υπήρχαν αρκετές προβατίνες κι ένα κριάρι.
ram nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (battering device: to force entry)έμβολο ουσ ουδ
  (πολιορκητικός)κριός ουσ αρσ
 The police used a ram to gain entry to the house.
 Η αστυνομία χρησιμοποίησε ένα έμβολο για να αποκτήσει πρόσβαση στο σπίτι.
ram [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hit hard)βαράω, κοπανάω ρ μ
  σπρώχνω με δύναμη περίφρ
  (για να επιτεθώ)εμβολίζω ρ μ
 Peter rammed the door, sending it flying open.
 Ο Πίτερ βάρεσε (or: κοπάνησε) την πόρτα και την άνοιξε διάπλατα.
ram [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shove, push)σπρώχνω ρ μ
 Tina rammed Bernard out of her way. The rugby player rammed his opponent.
 Η Τίνα έσπρωξε τον Μπέρναρντ από τον δρόμο της.
ram [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (stuff, cram)χώνω ρ μ
 Chris rammed the books into his bag.
 Ο Κρις έχωσε τα βιβλία στην τσάντα του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
battering ram nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device to force entry)πολιορκητικός κριός επίθ + ουσ αρσ
  (αστυνομία, άνοιγμα πορτών)κρουστικός κριός επίθ + ουσ ουδ
 The police used a battering ram to smash in the door of his flat.
ram [sth] down [sb]'s throat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (force, impose)επιβάλλω κτ σε κπ με το ζόρι περίφρ
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασία)πρήζω κπ με κτ περίφρ
 I wish they'd stop ramming their ideas down our throats.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ram' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [made, woven] from ram wool, [grazing, breeding, farm, field] rams, [keep, have] rams on the farm, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ram στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ram'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης