reap

Listen:
 [ˈriːp]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reap [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (farming: harvest) (συνήθως σιτηρά)θερίζω ρ μ
  (τον καρπό, τη σοδειά)μαζεύω ρ μ
 The farmhands are out in the fields, reaping the corn.
 Οι εργάτες είναι στα χωράφια και μαζεύουν τα καλαμπόκια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reap [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (profits: get as a return)δρέπω ρ μ
  απομυζώ ρ μ
  (καθομιλουμένη)παίρνω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
reap the benefit,
reap the benefits
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(profit) (μεταφορικά, λόγιος)δρέπω τα οφέλη έκφρ
  απολαμβάνω τα οφέλη έκφρ
  (μεταφορικά)απολαμβάνω τους καρπούς έκφρ
 If you spend ten minutes a day learning a foreign language, you'll soon reap the benefits.
reap the benefit of [sth],
reap the benefits of [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(profit)απολαμβάνω τα οφέλη από κτ έκφρ
  (μεταφορικά)απολαμβάνω τους καρπούς έκφρ
 If you practice the piano every day, you'll soon reap the benefit of all your hard work.
reap the rewards v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (benefit, profit) (μεταφορικά)δρέπω τους καρπούς έκφρ
  αποκομίζω τα οφέλη έκφρ
  (μεταφορικά)απολαμβάνω τους καρπούς έκφρ
 Linda has made some wise investments in the stock market and now she is reaping the rewards.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: reap the [rewards, benefits, profits, prize], reaped the [rewards] of her [efforts, hard work, determination], reap the [crops, harvest, fields, grain, orchards], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reap στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'reap'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης