scooter

Listen:
 [ˈskuːtər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scooter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motor scooter)σκούτερ ουσ ουδ άκλ
  μοτοποδήλατο ουσ ουδ
  βέσπα ουσ θηλ άκλ
 I ride my scooter to work unless it's raining.
 Πηγαίνω στη δουλειά με το σκούτερ, εκτός αν βρέχει.
scooter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (child's vehicle) (παιδικό)πατίνι ουσ ουδ
 Mum and Dad gave Johnny a scooter for his birthday.
 Η μαμά κι ο μπαμπάς χάρισαν στον Τζόνυ ένα πατίνι για τα γενέθλιά του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
motor scooter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motorized scooter, light motorcycle)μηχανάκι μικρού κυβισμού ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)σκούτερ ουσ ουδ
scooter rider nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person on a moped)οδηγός του σκούτερ περίφρ
  αναβάτης του σκούτερ περίφρ
  αυτός που οδηγεί μηχανάκι περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'scooter' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scooter στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'scooter'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: hurt | spot

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης