WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shakeout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (failure of businesses due to competition)εξυγίανση της αγοράς φρ ως ουσ θηλ
 After the shakeout, only a few businesses were left in the city.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shake [sth] out vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (clean by shaking)τινάζω ρ μ
shake [sth] out of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (remove [sth] by shaking)τινάζω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
 I took the dust sheets outside and shook the dust out of them.
shake [sth] out vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (loosen muscle)χαλαρώνω ρ μ
 It's good to shake out sore muscles after exercising.
shake out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (transpire, happen)συμβαίνω ρ αμ
  γίνομαι ρ αμ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shake out nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (economy: decline in security value)εξυγίανση αγοράς περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shakeout στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'shakeout'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: own | rough

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης