skirt

Listen:
 [ˈsk3ːrt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (item of women's clothing)φούστα ουσ θηλ
 You look lovely in your blue silk skirt and blouse.
 Είσαι πανέμορφη με τη γαλάζια μεταξωτή φούστα και την μπλούζα σου.
skirt vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (border on)περιζώνω ρ μ
  περιβάλλω, πλαισιώνω ρ μ
 The fields skirt the highway on both sides.
 Τα χωράφια περιζώνουν τον αυτοκινητόδρομο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Οι λεύκες περιβάλλουν (or: πλαισιώνουν) το οικόπεδο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, dated, figurative, vulgar, slang (woman) (καθομιλουμένη, προσβλ)γκόμενα ουσ θηλ
  (παλαιό, καθομ)ποδόγυρος ουσ αρσ
 Some men will do anything for a smile from a pretty skirt.
 Μερικοί άντρες θα έκαναν τα πάντα για να ένα χαμόγελο από μια ωραία γκόμενα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ορισμένοι άντρες δεν σταματούν ποτέ να κυνηγούν τον ποδόγυρο, ούτε καν αφού παντρευτούν.
skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lower part of a dress)κάτω μέρος φρ ως ουσ ουδ
 This dress has a lovely, flowing skirt.
skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (beef: type of steak) (μοσχαρίσιο κρέας)διάφραγμα ουσ ουδ
 I'd like some skirt of beef please, butcher.
skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (unmanly man) (μειωτικό)κάνω σαν γκόμενα έκφρ
  (προσβλητικό)αδερφή ουσ θηλ
 Carry those boxes. Don't be such a skirt.
 Κουβάλησε τις κούτες. Μην κάνεις σαν γκόμενα.
 Κουβάλησε τις κούτες. Μην είσαι αδερφή.
skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (strip of fabric on furniture)κάλυμμα για τα πόδια περίφρ
skirt viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (pass along border)κάνω παράκαμψη περίφρ
 If you drive this way, you will have to skirt around Glasgow.
skirt vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be on the border)συνορεύω ρ μ
 The town skirts both Nottinghamshire and Derbyshire.
skirt vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pass along border)παρακάμπτω ρ μ
 You'll have to skirt Paris on your way to the south.
skirt vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (avoid)αποφεύγω ρ μ
 He skirted the issue by leaving the meeting quickly.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
full skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (skirt gathered at waist or widely flared) (μόδα)full skirt ουσ θηλ άκλ
Σχόλιο: Πρόκειται για ψηλόμεσες, εβαζαριστές φούστες σε άλφα γραμμή μέχρι το γόνατο ή και κάτω από αυτό
hoola skirt,
hula skirt
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Hawaiian grass skirt)χαβανέζικη φούστα επίθ + ουσ θηλ
pencil skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (women's garment: straight skirt)πένσιλ φούστα, pencil φούστα φρ ως ουσ θηλ
 She looked very smart in a pencil skirt and matching jacket.
poodle skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (1950s-style woman's circular skirt)φούστα '50s, φούστα poodle φρ ως ουσ θηλ
short skirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (above-the-knee or mini skirt)κοντή/μίνι φούστα έκφρ
 Her short skirt violated the school dress code.
skirt around [sth],
also UK: skirt round [sth]
vi + prep
figurative (topic: avoid) (ένα θέμα)αποφεύγω ρ μ
 He skirted around the subject and managed not to mention it.
skirt steak (cut of beef) (μοσχαρίσιο κρέας)διάφραγμα ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'skirt' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: skirt the [coast, shore], a [blue, plain, polka-dot] skirt, the [boar, hikers, hills, cliff] skirted the [coast], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση skirt στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'skirt'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης