swell

Listen:
 [ˈswɛl]


Του ρήματος: "to swell"

Απλός αόριστος: swelled, swelled
Παθητική μετοχή: swollen, swelled

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swell viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (expand, grow)πρήζομαι, φουσκώνω ρ αμ
  (επίσημο)εξογκώνομαι, διογκώνομαι ρ αμ
  (επίσημο: ιατρική)παρουσιάζω οίδημα περίφρ
 Wendy's ankle swelled after she slipped on the wet rocks.
 Ο αστράγαλος της Γουέντι πρήστηκε αφού γλίστρησε στα βρεγμένα βράχια.
swell viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (get bigger)αυξάνομαι, μεγαλώνω ρ αμ
 The club started out as just a few people, but membership has been swelling over the past six months.
swell viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (grow louder)δυναμώνω ρ αμ
 Somebody opened the front door of the house where the party was being held, and the music swelled.
swell adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, dated, slang (great) (καθομιλουμένη)τέλειος επίθ
  (παλαιό, αργκό)φίνος επίθ
 Larry's just landed a swell new job.
swell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ocean wave)κύμα ουσ ουδ
  (πολλά κύματα)φουσκοθαλασσιά ουσ θηλ
 The swell of the ocean rocked the boat gently.
swell interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US, dated, slang (great) (καθομιλουμένη)τέλεια επιφ
  (παλαιό, αργκό)φίνα επιφ
 You can make it tonight? Swell!
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swell adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, ironic, slang (not good) (καθομιλουμένη, ειρωνικό)ό,τι πρέπει, ό,τι χρειάζομαι έκφρ
  αυτό μου έλειπε έκφρ
 A flat tire when I'm already late for work? Well, that's just swell!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
swell up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (become enlarged)πρήζομαι, διογκώνομαι, φουσκώνω ρ αμ
 My hands swelled up after I took the medication.
swell up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative, informal (be very proud) (μεταφορικά)φουσκώνω, κορδώνομαι ρ αμ
 Just look at him swell up when somebody asks him about his girlfriend.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'swell' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (can, will) swell in size, swell [due to, because of], my [hand, eye, throat] is swelling up , περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swell στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'swell'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fill | kick

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης