tame

Listen:
 [ˈteɪm]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tame adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (animal: domesticated)εξημερωμένος μτχ πρκ
 Harry keeps a tame rat as a pet.
 Ο Χάρι έχει έναν εξημερωμένο αρουραίο για κατοικίδιο.
tame adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (event, activity: dull)βαρετός, αδιάφορος επίθ
  (καθομιλουμένη)ξενέρωτος επίθ
 The Smiths normally gave exciting parties, but this particular party was rather tame.
 Οι Σμίθς κανονικά έκαναν ωραία πάρτι, αλλά αυτό το συγκεκριμένο πάρτι ήταν κάπως ξενέρωτο.
tame adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (person: dull, meek)βαρετός επίθ
  (καθομιλουμένη)ξενέρωτος επίθ
 The new guy at work seems a bit tame.
tame [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (domesticate: an animal)δαμάζω, εξημερώνω ρ μ
  τιθασεύω ρ μ
 Lisa is trying to tame the fox that comes into her garden.
 Η Λίζα προσπαθεί να εξημερώσει την αλεπού που έρχεται στον κήπο της.
tame [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (make more tractable)τιθασεύω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κάνω κπ καλά έκφρ
 Ursula was a wild child who resisted her parents' efforts to tame her.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tame [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (control: emotions) (μεταφορικά)τιθασεύω, δαμάζω ρ μ
 Ursula was a wild child who resisted her parents efforts to tame her.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tame' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a tame [beast, tiger, lion, animal, pet], is [just, only] acting tame, don't worry, he's tame, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tame στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tame'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης