tendency

Listen:
 [ˈtɛndənsi]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tendency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inclination, habit)τάση ουσ θηλ
  συνήθεια ουσ θηλ
 She has a tendency to stammer when she's tired.
 Έχει την τάση να τραυλίζει όταν είναι κουρασμένη.
tendency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (political leaning, bias)τάση, ροπή, κλίση ουσ θηλ
 His right-wing tendencies became obvious in the speech.
 Η ροπή του προς τη δεξιά έγινε εμφανής κατά την ομιλία του.
tendency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wind, current: direction)τάση μεταβολής φρ ως ουσ θηλ
  κατεύθυνση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fugacity,
escaping tendency
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
technical (physics of gases)πτητικότητα ουσ θηλ
have a tendency to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (do [sth] habitually)συνηθίζω να κάνω κτ ρ μ
  έχω τη συνήθεια να κάνω κτ, έχω την τάση να κάνω κτ περίφρ
 Be careful of the dog- she has a tendency to steal food from your plate.
natural tendency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (automatic inclination)φυσική ροπή,τάση ουσ θηλ
 Parents have a natural tendency to worry about their children.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tendency' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [criminal, suicidal, violent] tendencies, an [inherent, annoying] tendency, has a tendency to [forget, show up late], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tendency στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tendency'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: across | drill

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης