trend

Listen:
 [ˈtrɛnd]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tendency)τάση ουσ θηλ
 There is a trend towards better management here.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Υπάρχει μια τάση πιο φιλικής προσέγγισης των εργαζομένων στην εταιρεία.
trend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (custom, fashion)τάση ουσ θηλ
  μόδα ουσ θηλ
 His sister was always up with the latest trends.
 Η αδελφή του πάντα ακολουθούσε τις τελευταίες τάσεις της μόδας.
 Η αδελφή του πάντα ακολουθούσε τη μόδα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (direction)τάση ουσ θηλ
 The general trend is upward for this stock.
 Η γενική τάση για αυτή τη μετοχή είναι ανοδική.
trend viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (direction)έχω... τάση περίφρ
 The stock is trending upward.
 Η μετοχή έχει ανοδική τάση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
buck the trend v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (go against what is usual)πάω ενάντια στο κατεστημένο περίφρ
  πάω ενάντια στο ρεύμα περίφρ
downward trend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (general decrease)τάση υποχώρησης ουσ θηλ
 Will this downward trend in the markets never stop?
trend analysis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (predicting stock market from past activity)χρηματοοικονομική ανάλυση τάσεων ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Trend analysis predicts the stock index will soon pass 10,000 points.
upward trend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (continued rise)ανοδική τάση επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'trend' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [topic, celebrity, story] is trending [heavily, on social media], the [current, historic, latest] trend, trend [analysts, analysis, graphs], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trend στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'trend'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης