unless

Listen:
 [ʌnˈlɛs]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unless conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (except that)εκτός σύνδ
  αν δεν σύνδ
  (λόγιο)παρεκτός σύνδ
 Let's go to the shop now, unless you have a better idea.
 Πάμε τώρα στο κατάστημα, εκτός κι αν έχεις καμιά καλύτερη ιδέα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
unless noted otherwise advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (if the contrary is not stated)εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά, αν δεν αναφέρεται διαφορετικά έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'unless' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unless στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unless'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: across | drill

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης