whole

Listen:
 [ˈhəʊl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
whole adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (entire)όλος, ολόκληρος επίθ
  (ιδιωματικό, παλαιό)ολάκερος επίθ
 I ate the whole hamburger.
 Έφαγα όλο (or: ολόκληρο) το χάμπουργκερ.
whole adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (total)όλος, ολόκληρος επίθ
  συνολικός επίθ
  (ιδιωματικό, παλαιό)ολάκερος επίθ
 We have paid the whole amount.
 Πληρώσαμε όλο (or: ολόκληρο) το ποσό.
 Πληρώσαμε το συνολικό ποσό.
whole adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (undivided, complete)ολόκληρος επίθ
  όλος επίθ
  ακέραιος επίθ
 My mother gave me the whole set of crockery, instead of splitting it between my sister and me.
 Η μητέρα μου μού έδωσε ολόκληρο το σετ πιατικών αντί να το μοιράσει ανάμεσα σε μένα και την αδερφή μου.
whole nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entirety)σύνολο ουσ ουδ
  όλος, ολόκληρος επίθ
  (ιδιωματικό, παλαιό)ολάκερος επίθ
 The whole of the company will be there for the ceremony.
 Το σύνολο των εργαζομένων της εταιρείας θα παραστεί στην τελετή.
 Όλη η εταιρεία θα παραστεί στην τελετή.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ολάκερο το χωρίο πήγε στην εκκλησία.
whole adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (undamaged)ακέραιος, άθικτος, σώος επίθ
  (καθομιλουμένη)ολόκληρος επίθ
 This carton can be dropped onto concrete and its eggs will still be whole, with not a single crack.
 Αυτή η συσκευασία μπορεί να πέσει σε τσιμέντο και τα αυγα να παραμείνουν άθικτα (or: ακέραια), χωρίς το παραμικρό ράγισμα.
 Αυτή η συσκευασία μπορεί να πέσει σε τσιμέντο και τα αυγα να παραμείνουν ολόκληρα, χωρίς το παραμικρό ράγισμα.
whole nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (complete entity)σύνολο ουσ ουδ
 The whole is greater than the sum of its parts.
 Το σύνολο είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του.
whole nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unitary assemblage)ολόκληρος επίθ
  σύνολο ουσ ουδ
 We will take the package as a whole.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a whole new ball game,
a brand new ball game
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal, figurative (changed situation)το παιχνίδι έχει αλλάξει έκφρ
 That puts matters in a different light. It's a brand new ball game now.
a whole new world nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (unfamiliar experience)νέα εμπειρία επίθ + ουσ θηλ
  άγνωστος επίθ
  (αλλαγή κατάστασης)μεγάλη αλλαγή επίθ + ουσ θηλ
 Retirement is certainly a whole new world; there's so much to get used to.
 Η σύνταξη είναι κάτι άγνωστο, είναι πολλά αυτά που πρέπει να συνηθίσει κανείς.
 Η σύνταξη είναι μεγάλη αλλαγή, είναι πολλά αυτά που πρέπει να συνηθίσει κανείς.
as a whole advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (all considered together)γενικά, εν γένει, στο σύνολο, συνολικά επίρ
 Some students need to improve, but the class as a whole is very good.
 Μερικοί μαθητές χρειάζονται βελτίωση, αλλά γενικά η τάξη είναι πολύ καλή.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μερικοί παίκτες δεν είναι πολύ καλοί, αλλά η ομάδα στο σύνολό της έχει καλές επιδόσεις.
go the whole hog,
also US: go whole hog
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (do thoroughly)δεν κάνω μισές δουλειές έκφρ
in the whole wide world advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (anywhere on earth)σε όλο τον κόσμο έκφρ
 If you could go anywhere in the whole wide world, where would you go first?
in whole advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (entirely)συνολικά επίρ
on the whole advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (overall)συνολικά, γενικά επίρ
the whole nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (the entirety of [sth])ολότητα ουσ θηλ
the whole ball of wax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (everything) (μεταφορικά)όλο το πακέτο έκφρ
 Give me a shampoo, haircut, permanent, and facial; I want the whole ball of wax.
the whole enchilada nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang, figurative (all of [sth](αργκό, μεταφορικά)όλο το πακέτο έκφρ
the whole story nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (the full truth)όλη την αλήθεια έκφρ
  όλη την ιστορία έκφρ
 We'll never know the whole story about what she did that night.
whole cloth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (pure fabrication: fiction, invention)αποκύημα φαντασίας, κατασκεύασμα φαντασίας φρ ως ουσ ουδ
whole grain,
whole-grain
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(cereal: retaining bran and germ)ολικής αλέσεως επίθ
 Alicia prefers wholegrain products as the husks provide fibre and other health benefits.
whole milk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (full-fat milk)πλήρες γάλα επίθ + ουσ ουδ
 Whole milk is far more fattening than skimmed milk. Whole milk is too rich for me; I prefer milk with less fat.
whole note nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music)ολόκληρο επίθ ως ουσ ουδ
 Take care not to rush that whole note when singing that phrase.
whole number nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematics: integer)ακέραιος αριθμός ουσ αρσ
 The set of evens, together with the set of odds, form the set of whole numbers.
the whole shebang nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] in its entirety) (καθομιλουμένη)όλο το πακέτο έκφρ
 Rupert has a great life: a high-paying job, a nice car, a beautiful wife--the whole shebang!
the whole time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entire duration)συνεχώς επίρ
  καθ' όλη τη διάρκεια έκφρ
wholehearted,
whole-hearted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(sincere, heartfelt)ολόψυχος επίθ
 The players made a wholehearted effort to try to win the game.
wholewheat (US),
wholemeal (UK),
wholegrain
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(containing wheat kernel)ολικής αλέσεως, ολικής άλεσης φρ ως επίθ
  ολικής επίθ
 Wholewheat bread has a lot more flavour than white bread.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'whole' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: form a [coherent, complete] whole, [ate, finished, stole, hogged] the whole [pizza, cake], the whole of the [country, planet], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whole στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whole'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: across | drill

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης