WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
whop [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal (hit, strike)χτυπάω, δέρνω ρ μ
  (καθομ: λαϊκό)βαράω ρ μ
  (στο πρόσωπο)μπατσίζω, σφαλιαρίζω ρ μ
whop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (sound made by a blow) (ήχος χτυπήματος)παφ, μπαφ, φλαπ ουσ ουδ ακλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whop στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whop'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: key | utter

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης