yo

Listen:
 [jəʊ]


Σε αυτή τη σελίδα: yo, Yo!

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yo interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" urban, slang (used to attract attention)ε!, έι! επιφ
  ψιτ!, ψτ! επιφ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
yo | Yo!
ΑγγλικάΕλληνικά
yo-yo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (toy that spins up and down on a string)γιο-γιό ουσ ουδ
 Some people can do amazing tricks with yo-yos.
yo-yo viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (go up and down) (μεταφορικά)ανεβοκατεβαίνω ρ αμ
  παρουσιάζω διακυμάνσεις περίφρ
  διακυμαίνομαι ρ αμ
yo-yo,
yo-yo between [sth] and [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (fluctuate, go back and forth) (μεταφορικά)πηγαίνω από το ένα στο άλλο περίφρ
  πηγαίνω πέρα δώθε περίφρ
  πηδάω από το ένα στο άλλο περίφρ
 I seem to spend my time yo-yoing between depression and anger.
yo-yo n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." figurative (fluctuating)ασταθής επίθ
  (αλλαγή ποιότητας)ασυνεπής επίθ
 Tania is fed up with the yo-yo service she has been receiving from her ISP lately. This yo-yo economy leaves people feeling insecure.
Yo,
wazz up?
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
US, slang (greeting) (καθομιλουμένη)Γεια, πώς πάει; έκφρ
Yo! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US, slang (greeting: Hi, Hey)Γεια! επιφ
  (χιουμοριστικό)Γεια χαραντάν! επιφ
  (αργκό)Γιο! επιφ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση yo στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'yo'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: taste | wing

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης