Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
achieve orgasm v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (climax sexually)έρχομαι σε οργασμό, φτάνω σε οργασμό περίφρ
  (μεταφορικα)ολοκληρώνω, τελειώνω ρ αμ
climax viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (reach orgasm)φτάνω σε οργασμό, φτάνω στην κορύφωση περίφρ
  (καθομιλουμένη)τελειώνω ρ αμ
 Men often climax more easily and readily than women.
 Οι άνδρες συχνά φτάνουν πιο εύκολα και γρήγορα σε οργασμό από τις γυναίκες.
get off,
also US: get it off
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
vulgar, slang (have an orgasm)φτάνω σε οργασμό έκφρ
  (καθομιλουμένη)τελειώνω ρ αμ
 It takes me a long time to get off when we have sex in the missionary position.
 Μου παίρνει ώρα να φτάσω σε οργασμό όταν κάνουμε έρωτα στην ιεραποστολική στάση.
get your rocks off v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (have an orgasm)έχω οργασμό περίφρ
  έρχομαι σε οργασμό περίφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τελειώνω ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά χυδαίο)χύνω ρ αμ
 Tony wants to get his rocks off.
jack [sb] off,
jack off [sb]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
slang, vulgar (bring to orgasm) (χυδαίο)φέρνω σε οργασμό, την παίζω έκφρ
 He asked her to jack him off, but she refused and left.
 Της ζήτησε να του την παίξει, αλλά αυτή αρνήθηκε κι έφυγε.
orgasm viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (reach sexual climax)έρχομαι σε οργασμό, έχω οργασμό ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη, μτφ)τελειώνω ρ αμ
 Bill couldn't orgasm during sex, only during foreplay.
reach orgasm v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (climax sexually, come)φτάνω σε οργασμό ρ αμ
  (αργκό)τελειώνω ρ αμ
 Some people become so dependent on pornography that they can't reach orgasm without it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση οργασμό στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'οργασμό'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fill | kick

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης