WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
τέχνη ουσ θηλ(δημιουργία ωραίων έργων)art n
τέχνη ουσ θηλ(επιδεξιότητα, ικανότητα)art n
  skill n
 Ένας καλός πωλητής πρέπει να κατέχει της επικοινωνίας.
τέχνη ουσ θηλ(κάποιας εποχής ή τόπου)art n
 Πάντα με ενθουσίαζε η βυζαντινή τέχνη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
τέχνη ουσ θηλ(τεχνική, τεχνοτροπία)μη διαθέσιμη μετάφραση
τέχνη ουσ θηλ(τομέας ή μορφή)art n
 Ο κινηματογράφος είναι η έβδομη τέχνη.
τέχνη ουσ θηλ(καλή τεχνική, μαστοριά)skill n
τέχνη ουσ θηλ(καλαισθησία, δημιουργικότητα)μη διαθέσιμη μετάφραση
τέχνη ουσ θηλπαλαιό (χειρωνακτική εργασία)trade n
 Πρέπει να μάθεις μια τέχνη για να βγάζεις το ψωμί σου.
τέχνη ουσ θηλ(δραστηριότητα: γνώσεις)art n
 Η μαγειρική τέχνη δεν είναι τόσο απλή όσο πιστεύουν ορισμένοι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
art nuncountable (painting, sculpture, etc.)τέχνη ουσ θηλ
 (το ίδιο το αντικείμενο)έργο τέχνης φρ ως ουσ ουδ
 Fred was born with a talent for art.
 Ο Φρεντ έχει έμφυτη ταλέντο για την τέχνη.
workmanship n(quality of work) (που έχει γίνει για κτ)δουλειά ουσ θηλ
 (καλή ποιότητα)τέχνη, μαστοριά ουσ θηλ
 The workmanship of this piece of furniture is particularly fine.
craftsmanship n(skill in craft or trade)δεξιοτεχνία, αριστοτεχνία ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)μαστοριά ουσ θηλ
 (μεταφορικά)τέχνη ουσ θηλ
 Look at the level of craftsmanship in this wood carving! It's so intricate.
 Κοίτα το επίπεδο δεξιοτεχνίας σε αυτό το ξυλόγλυπτο! Είναι τόσο πολύπλοκο.
prowess n(great skill)ικανότητα ουσ θηλ
  τέχνη, μαεστρία ουσ θηλ
  ταλέντο ουσ ουδ
 The professor was known for his prowess as a public speaker.
 Ο καθηγητής ήταν γνωστός για το ταλέντο του ως ρήτορας.
virtuosity n(mastery, great skill)μαεστρία, δεξιοτεχνία, επιδεξιότητα ουσ θηλ
  τέχνη, αριστοτεχνικότητα ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)μαστοριά ουσ θηλ
fine art n(art: painting)τέχνη ουσ θηλ
 The sale will be of interest to collectors of fine art.
craft n(making things by hand)τέχνη ουσ αρσ
 Nan's father was a woodworker, and she learned the craft from him.
 Ο πατέρας της Ναν ήταν ξυλουργός και έμαθε την τέχνη από εκείνον.
art n(skill) (μεταφορικά)τέχνη ουσ θηλ
 Rick says that barbecuing steaks is an art.
 Ο Ρικ λέει ότι το ψήσιμο της μπριζόλας είναι τέχνη.
trade n(handicraft) (μεταφορικά)τέχνη ουσ θηλ
  χειρωνακτική δουλειά επίθ + ουσ θηλ
  χειρωνακτική εργασία επίθ + ουσ θηλ
 Not everyone wants to pursue an intellectual career and many young people with manual skills go into trade.
science n(systematic knowledge)τέχνη ουσ θηλ
 I learnt the science of bargaining during my travels.
 Έμαθα την τέχνη του παζαρέματος κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μου.
craft n(art, skills) (αυτό που κάνω)τέχνη ουσ θηλ
 (τρόπος που κάνω κτ)τεχνική ουσ θηλ
 The actress was a master of her craft.
 The coach helped the pitcher refine his craft.
 Η ηθοποιός ήταν εξπέρ στην τέχνη της.
 Ο προπονητής βοήθησε τον πίτσερ να βελτιώσει την τεχνική του.
handicrafts npl(techniques)τεχνικές, τεχνοτροπίες ουσ θηλ πλ
  τέχνη ουσ θηλ
 A local potter is going to give a demonstration of his handicrafts.
the arts npl(visual and performing arts)τέχνη ουσ θηλ
 Baron Johann Pasqualati was a wealthy patron of the arts.
 Ο Μπάρον Γιόχαν Πασκουαλάτι ήταν πλούσιος χορηγός των τεχνών.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
art n(not nature)τέχνη ουσ θηλ
  ανθρώπινο δημιουργημα επίθ + ουσ ουδ
  τεχνητός, ανθρώπινος επίθ
 She thinks that art can be more beautiful than the natural world.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
abstract art n(non-representational art)αφηρημένη τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 When looking at abstract art, remember that it is usually not a portrayal of a tangible object.
 Όταν βλέπεις αφηρημένη τέχνη, θυμήσου ότι συνήθως δεν πρόκειται για την απεικόνιση ενός απτού αντικειμένου.
abstraction ncountable (abstract image, idea) (σχέδιο)αφηρημένο σχέδιο επίθ + ουσ ουδ
 (για τέχνη)αφηρημένη τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 (ιδέα, έννοια)αφηρημένη έννοια επίθ + ουσ θηλ
 The painting is an abstraction of a man and his dog.
adeptly adv(skillfully)επιδέξια επίθ
  με τέχνη, με μαεστρία φρ ως επίρ
 Mina plays the piano adeptly thanks to private tuition.
art appreciation n(knowledge and enjoyment of art)εκτίμηση της τέχνης φρ ως ουσ θηλ
  απόλαυση της τέχνης φρ ως ουσ θηλ
  το να εκτιμώ την τέχνη περίφρ
  το να απολαμβάνω την τέχνη περίφρ
art of war n(military strategy)τέχνη του πολέμου ουσ θηλ
 General Patton was an avid student of the art of war.
black art n(artworks: African origin)αφρικάνικη τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 During Black History Month, many museums display black art.
bonsai nuncountable (art of growing bonsai)η τέχνη των μπονσάι περίφρ
 She is studying bonsai.
commercial art n(art that is popular with buyers)εμπορική τέχνη έκφρ
commercial art n(art used in commerce)εμπορευματοποιημένη τέχνη έκφρ
 The book covers in any bookstore are a virtual museum of commercial art.
computer art n(artmaking: digital)ψηφιακή τέχνη επίθ + ουσ θηλ
conceptual art n(art: prioritizes the idea)εννοιολογική τέχνη ουσ θηλ
 Generally speaking, only art critics are interested in conceptual art.
 Γενικά, μόνο οι κριτικοί τέχνης ενδιαφέρονται για την εννοιολογική τέχνη.
the culinary arts npl(cookery skills)η μαγειρική τέχνη φρ ως ουσ ουδ
  η τέχνη της μαγειρικής φρ ως ουσ ουδ
 Simon's skill in the culinary arts was limited to boiling an egg.
drama nuncountable (school subject) (ιστορία, θεωρία θεάτρου)θεατρολογία ουσ θηλ
 (τρόπος παιξίματος)υποκριτική ουσ θηλ
  δραματική τέχνη φρ ως ουσ θηλ
 I study music and drama, and hope to have a career on stage.
dramatics n(art of producing dramas)δραματική τέχνη επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Used with a singular verb
dying art nfigurative (skill that has become rare) (μεταφορικά)τέχνη που πεθαίνει περίφρ
  τέχνη που χάνεται περίφρ
 Letter writing with a pen seems to be a dying art.
erotic art n(art intended to arouse sexually)ερωτική τέχνη ουσ θηλ
 It's not easy to draw a precise dividing-line between 'erotic art' and 'pornography'.
escapology n(performance art of escaping) (ταχυδακτυλουργία)τέχνη απόδρασης
folk art n(decorative art form)λαϊκή τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 The traditional art forms of a community are reflected in its folk art.
glassblowing (US),
glass-blowing (UK)
n
(art of shaping glass)φύσημα γυαλιού περίφρ
  τέχνη φυσητού γυαλιού περίφρ
graphic art n(study or practice of the graphic arts) (συνήθως πληθυντικός)γραφική τέχνη επίθ + ουσ θηλ
handcraft n(art or skill of making sth by hand)χειροτεχνία ουσ θηλ
  χειρωνακτική τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 I have always wanted to learn a handcraft like pottery.
high culture n(highbrow artforms)υψηλή τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 One does not expect the masses to appreciate high culture.
jugglery n(juggling) (κυριολεκτικά)η τέχνη του ζογκλέρ
  ζογκλερικά επίθ ως ουσ ουδ πλ
 (μεταφορικά)κόλπο ουσ ουδ
martial art nusually plural (Eastern Asian combat disciplines)πολεμική τέχνη επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό.
 He's skilled in karate, judo, and other martial arts.
masonry n(profession)η τέχνη της τοιχοποιίας περίφρ
 Tom learned masonry by doing an apprenticeship.
masterfully adv(with great skill)περίτεχνα, δεξιοτεχνικά επίρ
  με επιδεξιότητα φρ ως επίρ
  με τέχνη φρ ως επίρ
  με μαεστρία φρ ως επίρ
 Jacqueline du Pré played the cello masterfully.
naval warfare n(combat at sea)ναυτική τέχνη του πολέμου περίφρ
 A combination of skill in naval warfare and bad weather caused the defeat of the Spanish Armada in 1588.
original art n(artwork: new and unusual approach) (τεχνική)πρωτότυπη τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 (αποτέλεσμα)πρωτότυπο έργο τέχνης περίφρ
performance art n(physical artform)παραστατική τέχνη φρ ως ουσ θηλ
rhetoric n(writing or making speeches)ρητορεία, ρητορική ουσ θηλ
  ρητορική τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 After some weeks of studying rhetoric, each student gives a speech.
 Μετά από μερικές εβδομάδες μελέτης της ρητορικής τέχνης, κάθε φοιτητής βγάζει ένα λόγο.
salesmanship n(skillful selling)ικανότητα στις πωλήσεις, τέχνη της πώλησης
  καλή τεχνική πωλήσεων
scatter art n(form of installation art) (εικαστικά: τεχνοτροπία)τέχνη της σκέδασης, τέχνη του διασκορπισμού περίφρ
seamanship n(sailing skills)ναυτική τέχνη έκφρ
  ναυτοσύνη ουσ θηλ
silhouette n(art: cutout profile)πορτραίτο με την τέχνη της χαρτοκοπτικής
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Silhouettes first became popular in the 18th century.
theatrics npl(stagecraft)θεατρική τέχνη φρ ως ουσ θηλ
  τέχνη του θεάτρου περίφρ
versification n(the art of writing poetry)στιχογραφία ουσ θηλ
  στιχουργική επίθ ως ουσ
  στιχοποιία ουσ θηλ
  στιχουργική τέχνη περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΕλληνικάΑγγλικά
μοντέρνα τέχνη επίθ + ουσ θηλ(τέλη 19ου έως τέλη 20ου αιώνα)modern art
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση τέχνη στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «τέχνη».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!

Χρήστες Chrome: Χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.